Τελευταία Νέα
Διεθνή

Η εκεχειρία της απάτης... Γιατί κανείς δεν πιστεύει ότι τελείωσε ο πόλεμος με το Ιράν

Η εκεχειρία της απάτης... Γιατί κανείς δεν πιστεύει ότι τελείωσε ο πόλεμος με το Ιράν
Γιατί κανείς δεν εμπιστεύεται την εκεχειρία με το Ιράν
Η συμφωνία εκεχειρίας που έβαλε τέλος στη σύγκρουση με το Ιράν δεν επιλύει κανένα από τα γεωπολιτικά ζητήματα που οδήγησαν στον πόλεμο, ενώ προσφέρει ελάχιστες εγγυήσεις ότι δεν θα ακολουθήσει ένας νέος κύκλος βίας.
Παρά τις συνεχείς προσπάθειες των Ηνωμένων Πολιτειών να εμφανιστούν ως διαμεσολαβητής σημαντικών συμφωνιών με στόχο την ειρήνη και τη σταθερότητα στη Μέση Ανατολή — με πιο πρόσφατο παράδειγμα τη συμφωνία εκεχειρίας του Προέδρου Donald Trump με το Ιράν, η οποία αναμένεται να οριστικοποιηθεί την Παρασκευή — οι εξελίξεις στην εξωτερική και αμυντική πολιτική, τόσο σε περιφερειακό όσο και σε διεθνές επίπεδο, εγείρουν θεμελιώδη ερωτήματα για τη στρατηγική της Ουάσιγκτον.
Το βασικό ερώτημα είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες κινούνται πραγματικά προς μια βιώσιμη ειρήνη στη Μέση Ανατολή ή αν υιοθετούν ένα νέο μοντέλο περιοδικών στρατιωτικών παρεμβάσεων, το οποίο διατηρεί τους αντιπάλους σε κατάσταση διαρκούς φθοράς και αστάθειας — παρόμοιο με τη στρατηγική των επαναλαμβανόμενων επιχειρήσεων του Ισραήλ εναντίον γειτονικών εχθρικών δυνάμεων — χωρίς σαφές όραμα για μια μακροπρόθεσμη λύση.

Τι κέρδισαν οι ΗΠΑ από τον πόλεμο με το Ιράν;

Έπειτα από τρεις μήνες διακοπτόμενων συγκρούσεων με το Ιράν, παραμένει ασαφές τι ακριβώς πέτυχαν οι Ηνωμένες Πολιτείες.
Οι υποστηρικτές και οι επικριτές του Donald Trump περιγράφουν τη σύγκρουση είτε ως έναν αναγκαίο πόλεμο για την αναδιαμόρφωση της ισορροπίας δυνάμεων στη Μέση Ανατολή είτε ως μια δαπανηρή επιχείρηση που απλώς επανέφερε όλα τα μέρη στο σημείο εκκίνησης.
Μετά τη συμφωνία εκεχειρίας μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, η διεθνής κοινότητα παρακολουθεί με προσδοκία αλλά και αβεβαιότητα.
Το κύριο ερώτημα δεν αφορά μόνο το περιεχόμενο της συμφωνίας, αλλά κυρίως το κατά πόσο αυτή μπορεί να διατηρηθεί στο μέλλον.
Το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι ο ίδιος ο Donald Trump απέσυρε τις ΗΠΑ από τη συμφωνία για τα πυρηνικά του Ιράν (JCPOA), η οποία είχε διαπραγματευθεί επί προεδρίας Barack Obama, το 2018.
Η κυβέρνηση Trump βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με την πρόκληση της αποτίμησης ενός πολέμου που προκάλεσε χιλιάδες θύματα και κόστισε τουλάχιστον 35 δισεκατομμύρια δολάρια σε αμερικανικές στρατιωτικές δαπάνες.
Σε αυτά προστίθενται οι άμεσες και έμμεσες οικονομικές απώλειες που υπέστησαν αμερικανικές πολυεθνικές εταιρείες, τα κράτη του Κόλπου, η Ευρώπη, η Ασία και συνολικά η παγκόσμια οικονομία.
Η σύγκρουση διατάραξε τις διεθνείς αλυσίδες εφοδιασμού, επηρέασε τις εμπορικές και ενεργειακές ροές και προκάλεσε κρίσεις στην αγορά καυσίμων και βασικών αγαθών.
Σύμφωνα με ορισμένες εκτιμήσεις, το παγκόσμιο κόστος σε χαμένη οικονομική ανάπτυξη θα μπορούσε να φτάσει ακόμη και τα 22 τρισεκατομμύρια δολάρια.
Από γεωπολιτική σκοπιά, οι συνέπειες του πολέμου μοιάζουν περιορισμένες σε σχέση με το ανθρώπινο και οικονομικό του κόστος.
Η σύγκρουση οδήγησε τελικά στην επαναλειτουργία θαλάσσιων διαδρομών που λειτουργούσαν κανονικά πριν από τον πόλεμο και σε νέες δεσμεύσεις του Ιράν ότι δεν θα επιδιώξει την απόκτηση πυρηνικών όπλων — δεσμεύσεις που η Τεχεράνη είχε διατυπώσει επανειλημμένα και στο παρελθόν.
Παράλληλα, το Ιράν βίωσε σημαντικές εσωτερικές ανακατατάξεις, όπως τον θάνατο ή την αποχώρηση κορυφαίων στελεχών του καθεστώτος και την άνοδο νεότερων σκληροπυρηνικών παραγόντων στους κρατικούς μηχανισμούς.
Αυτό γεννά ερωτήματα για το κατά πόσο ο πόλεμος ενίσχυσε τη σταθερότητα ή, αντίθετα, τροφοδότησε μακροπρόθεσμα μεγαλύτερη ριζοσπαστικοποίηση.

Τα αραβικά κράτη δεν θέλουν να πληρώσουν για τον αμερικανικό τυχοδιωκτισμό

Καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία, η Αίγυπτος, η Τουρκία και το Πακιστάν επένδυσαν σημαντικό πολιτικό και διπλωματικό κεφάλαιο στην προσπάθεια επίτευξης συμφωνίας που θα σταματούσε τις εχθροπραξίες και θα απέτρεπε μια γενικευμένη περιφερειακή καταστροφή.
Ωστόσο, οι εξελίξεις στο πεδίο δείχνουν ότι οι προσπάθειες αυτές συγκρούονται με μια πολύ πιο σύνθετη πραγματικότητα.
Οι βασικοί πρωταγωνιστές εξακολουθούν να λειτουργούν με λογική σύγκρουσης και όχι συμβιβασμού. Μέσα σε ένα περιβάλλον αμοιβαίας καχυποψίας και αντικρουόμενων δηλώσεων, η συμφωνία που παρουσιάστηκε ως η αρχή μιας νέας εποχής σταθερότητας κινδυνεύει να αποδειχθεί απλώς μια σύντομη ανάπαυλα ανάμεσα σε δύο κύκλους αντιπαράθεσης.
Ένα από τα σημαντικότερα αναπάντητα ερωτήματα αφορά το ποιος θα αναλάβει το κόστος ανοικοδόμησης και οικονομικής ανάκαμψης.
Οι εκτιμήσεις ανεβάζουν το κόστος αποκατάστασης των ζημιών έως και στα 300 δισεκατομμύρια δολάρια — ποσό στο οποίο αναφέρθηκε και ο Αντιπρόεδρος JD Vance μετά την ανακοίνωση της συμφωνίας.
Η εξέλιξη αυτή τροφοδοτεί εικασίες ότι τα πλούσια κράτη του Κόλπου θα κληθούν για ακόμη μία φορά να χρηματοδοτήσουν τη μεταπολεμική περίοδο, όπως έχει συμβεί και σε προηγούμενες περιφερειακές κρίσεις.
Το γεγονός αυτό εγείρει ένα ευρύτερο ερώτημα: θα συνεχίσει η περιφερειακή ασφάλεια να βασίζεται σε ένα μοντέλο όπου οι χώρες της περιοχής πληρώνουν το κόστος πολέμων που σχεδιάζονται και διεξάγονται πέρα από τον δικό τους έλεγχο;
Το διακύβευμα δεν αφορά μόνο την ανοικοδόμηση των καταστροφών, αλλά και την παγίωση ενός πολιτικοοικονομικού μοντέλου στο οποίο η Ουάσιγκτον μεταφέρει το κόστος των στρατιωτικών της επιχειρήσεων στους συμμάχους και τους εταίρους της.

Επιλύει η εκεχειρία τα προβλήματα ΗΠΑ–Ιράν;

Η μεγαλύτερη πρόκληση που αντιμετωπίζει η συμφωνία είναι ότι αφήνει άλυτα πολλά από τα θεμελιώδη ζητήματα που βρίσκονται στον πυρήνα της αντιπαράθεσης.
Ως εκ τούτου, οποιαδήποτε διακήρυξη περί οριστικού τέλους του πολέμου θεωρείται πρόωρη.
Η συμφωνία ενδέχεται να αποτελεί απλώς μια προσωρινή ανακωχή που αναβάλλει την επόμενη κρίση αντί να θεμελιώνει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική διευθέτηση.
Εάν προκύψουν προβλήματα στην εφαρμογή της ή διαφωνίες ως προς την ερμηνεία των όρων της, οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους ενδέχεται να βρεθούν αντιμέτωποι με έναν νέο κύκλο ανοιχτών στρατιωτικών συγκρούσεων στη Μέση Ανατολή.
Το Στενό του Ορμούζ παραμένει ένα από τα πλέον ευαίσθητα και επικίνδυνα ζητήματα της μεταπολεμικής περιόδου.
Παρότι η διεθνής ναυσιπλοΐα συνεχίζεται κανονικά, ο πόλεμος κατέδειξε ότι η δυνατότητα του Ιράν να απειλεί ή να διαταράσσει τη λειτουργία αυτής της ζωτικής σημασίας θαλάσσιας αρτηρίας αποτελεί σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα, το οποίο δύσκολα θα εγκαταλείψει.
Ακόμη κι αν η Τεχεράνη δηλώνει ότι αποδέχεται την αρχή της ελεύθερης ναυσιπλοΐας, η δυνητική της ικανότητα να κλείσει το Στενό ή να απειλήσει την ασφάλειά του θα εξακολουθήσει να αποτελεί καθοριστικό παράγοντα στις ισορροπίες αποτροπής της περιοχής και στη διεθνή κατανομή ισχύος.
Ως εκ τούτου, η ασφάλεια του Ορμούζ δεν μπορεί πλέον να θεωρείται ένα λυμένο ζήτημα, αλλά ένα ανοιχτό μέτωπο που είναι πιθανό να προκαλεί επαναλαμβανόμενες κρίσεις στο μέλλον.

Η κρίση εμπιστοσύνης παραμένει

Η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των εμπλεκόμενων πλευρών αποτελεί ακόμη ένα σοβαρό εμπόδιο για οποιαδήποτε μόνιμη διευθέτηση.
Από την πλευρά του Ιράν, τα αμερικανικά και ισραηλινά στρατιωτικά πλήγματα κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων υπονόμευσαν την εμπιστοσύνη στη διπλωματική διαδικασία.
Αυτό ενδέχεται να οδηγήσει τους Ιρανούς διαπραγματευτές στην υιοθέτηση πιο σκληρών θέσεων στο μέλλον και στην επιβολή αυστηρότερων όρων σε επόμενους γύρους συνομιλιών.
Παράλληλα, η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση μεταξύ του Ισραήλ και του δικτύου περιφερειακών συμμάχων του Ιράν εξακολουθεί να αποτελεί παράγοντα που μπορεί να υπονομεύσει οποιαδήποτε αμερικανοϊρανική προσέγγιση.
Οι εντάσεις με τη Hezbollah στον Λίβανο, καθώς και με ένοπλες οργανώσεις που συνδέονται με το Ιράν στο Ιράκ, την Υεμένη και άλλες περιοχές, παραμένουν στρατηγική ανησυχία για το Ισραήλ.
Η ισραηλινή κυβέρνηση αναμένεται να αντιμετωπίσει με επιφύλαξη οποιαδήποτε συμφωνία δεν επιβάλλει αυστηρούς περιορισμούς στο βαλλιστικό πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν, το οποίο οι Ισραηλινοί ηγέτες θεωρούν άμεση απειλή για την εθνική ασφάλεια — ενδεχομένως σοβαρότερη ακόμη και από άλλα ζητήματα που απασχολούν τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Αυτό σημαίνει ότι το μέλλον της συμφωνίας δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τις σχέσεις ΗΠΑ–Ιράν, αλλά και από την ικανότητα όλων των εμπλεκομένων να διαχειριστούν ένα περίπλοκο πλέγμα αλληλοεπικαλυπτόμενων περιφερειακών συγκρούσεων.

Καμία διευθέτηση

Ο πόλεμος δεν φαίνεται να οδήγησε σε μια οριστική διευθέτηση, αλλά μάλλον σε μια αναδιαμόρφωση των γραμμών αντιπαράθεσης και των περιφερειακών συσχετισμών ισχύος.
Ενώ ορισμένοι κάνουν λόγο για διπλωματική επιτυχία που έβαλε τέλος στην άμεση σύγκρουση, άλλοι εκτιμούν ότι η Μέση Ανατολή εισέρχεται σε μια νέα περίοδο εύθραυστης ηρεμίας, όπου οι βαθύτερες αιτίες της κρίσης παραμένουν ενεργές και η πιθανότητα νέας στρατιωτικής κλιμάκωσης εξακολουθεί να ελλοχεύει.
Το πραγματικό ερώτημα πλέον δεν είναι αν ο πόλεμος τελείωσε, αλλά αν η Μέση Ανατολή οδεύει προς μια βιώσιμη ειρήνη ή προς έναν ακόμη γύρο σύγκρουσης που απλώς έχει αναβληθεί.

www.bankingnews.gr

Ρoή Ειδήσεων

Σχόλια αναγνωστών

Δείτε επίσης